ΠΡΟΩΡΟΣ ΤΟΚΕΤΟΣ

Ως πρόωρο τοκετό έχουμε όταν ένα παιδί γεννηθεί πριν συμπληρωθεί η 37η εβδομάδα της κύησης. Περίπου 1 στους 10 τοκετούς θα είναι πρόωρος. Παρά το γεγονός ότι το μεγαλύτερο ποσοστό από τα πρόωρα νεογνά τελικά επιβιώνει χωρίς κάποιο ιδιαίτερο πρόβλημα, η ανωριμότητα των προώρων μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα. Πιο συγκεκριμένα έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο να εμφανίσουν προβλήματα από το αναπνευστικό και το γαστρεντερικό τους σύστημα, αλλά και νευροαναπτυξιακή καθυστέρηση.

Ο πρόωρος τοκετός μπορεί να είναι αποφασισμένος και να προκληθεί από τον μαιευτήρα, όταν υπάρχουν σημαντικά προβλήματα υγείας της μητέρας, του πλακούντα, ή του εμβρύου που επιβάλλουν τον τερματισμό της εγκυμοσύνης και την άμεση γέννηση του παιδιού. Επίσης, μπορεί να «σπάσουν τα νερά» (ρήξη θυλακίου) ή να ξεκινήσει αυτόματα τοκετός. Περίπου 70% των περιπτώσεων συμβαίνει μεταξύ 34-36 εβδομάδων κύησης, ενώ γίνεται όλο και πιο σπάνιο όσο μικρότερη είναι η ηλικία κύησης.

Το κυριότερο σύμπτωμα ενός επαπειλούμενου πρόωρου τοκετού είναι ο επαναλαμβανόμενος, περιοδικός, κοιλιακός πόνος που αντανακλά στη μέση. Σε όλες τις γυναίκες που παρουσιάζουν αυξημένο κίνδυνο, πρέπει να γίνεται έλεγχος με καρδιοτοκογράφημα και κολπική εξέταση. Αν διαπιστωθεί η ύπαρξη επαπειλούμενου πρόωρου τοκετού, η έγκυος πρέπει να νοσηλεύεται σε νοσοκομείο. Επίσης, όταν το μήκος του τραχήλου με το κολπικό υπερηχογράφημα μειώνεται πρέπει να λαμβάνονται κάποια μέτρα προφύλαξης. Τέλος υπάρχουν και άλλοι βιοχημικοί δείκτες εκτίμησης της πιθανότητας για πρόωρο τοκετό.

Αν δεν υπάρχουν κάποιες καταστάσεις που να είναι απειλητικές για την καλή κατάσταση του εμβρύου, όπως λοίμωξη ή μεγάλη αιμορραγία, σοβαρές παθήσεις της μητέρας, διαστολή του τραχήλου μεγαλύτερης των 5 cm και άλλα, πρέπει να καταβάλλεται προσπάθεια παράτασης της κύησης. Έτσι το έμβρυο θα «κερδίσει χρόνο», ώστε να ωριμάσει όσο το δυνατόν περισσότερο προτού γεννηθεί.

Η αντιμετώπιση του πρόωρου τοκετού εξαρτάται από την κατάσταση της εγκύου αλλά και από την εκτίμηση της κατάστασης του εμβρύου, του πλακούντα, του αμνιακού υγρού και της μήτρας. Συνήθως περιλαμβάνει την ανάπαυση της εγκύου και τη χορήγηση τοκολυτικών φαρμάκων, που μας βοηθούν στο να ξεπεράσουμε το πρόβλημα και να παρασταθεί η εγκυμοσύνη.

γυναικολογος

Δρ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Ν. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ MD, MSc, PhD, IFEPAG
ΜΑΙΕΥΤΗΡΑΣ | ΧΕΙΡΟΥΡΓΟΣ ΓΥΝΑΙΚΟΛΟΓΟΣ | ΔΙΔΑΚΤΩΡ ΙΑΤΡΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ
Μουσών 1, 11524 Αθήνα (κόμβος Κηφισίας και Κατεχάκη) | Τ.: 210 6919219 | Email: This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

210 6919 219